Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Σε μια εποχή
που τα δικαιώματα πλήττονται
ρόλος μας η υπεράσπιση τους
Δικηγορικό Γραφείο Δημήτρη Π. Σαραφιανού
Κατερίνας Ι. Παπαντωνίου, Γιούλας Δ. Δελή, Ράνιας Χ. Παπαγιάννη, Γιώργου Κ. Βλάχου
Ενδιαφέρουσες αποφάσεις

358/2022 Μονομελές .Πρωτοδικείο Ηρακλείου

Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής από συναλλαγματικές. Μη καταχρηστική άσκηση. Αλληλόχρεος λογαριασμός. Προϋποθέσεις μονομερούς συμψηφισμού.

Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και δη προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του  οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1162/2020 δημ, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 828/2010 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα, δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 1260/2019 δημ. ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1058/2018 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Μόνο το γεγονός ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσμενείς οικονομικές συνέπειες στην ανακόπτουσα δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο συνδυαζόταν και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής αποφασίζει να εξασφαλίσει την έκδοση εκτελεστού τίτλου, επί τω τέλει να εισπράξει την απαίτησή του, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και το ότι, εν προκειμένω, η συνεργασία των αντισυμβαλλόμενων εξ αρχής δεν υπήρξε ανέφελη αλλά σημειώνονταν διαρκείς καθυστερήσεις στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της ανακόπτουσας, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του δανειστή κατά τα ανωτέρω, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που ωστόσο δεν προέκυψε από τα ιστορούμενα από την ανακόπτουσα στο δικόγραφο της ανακοπής (πρβλ. ΠΠρΘεσς 11275/2018 αδημ.). Συνεπώς, η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής δεν υπερέβαινε τις αρχές, τα όρια και τους φραγμούς που το άρθρο 281 ΑΚ θέτει κατά την ενάσκηση των δικαιωμάτων της καθ' ης, ώστε να κρίνεται επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος της, αλλά αντιθέτως η επιδίωξη της απαίτησής της εναρμονιζόταν πλήρως με τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της. Μετά ταύτα, ο κρινόμενος λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Στον αλληλόχρεο λογαριασμό καταχωρούνται, κατόπιν σχετικής συμφωνίας, και απαιτήσεις από πιστωτικούς τίτλους, με συνέπεια να αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους, ώστε να είναι αδύνατη η άσκηση των εξ αυτών απαιτήσεων, ενώ απαιτητό και δικαστικώς επιδιώξιμο να είναι μόνο το κατάλοιπο, το οποίο προκύπτει από την αντιπαραβολή των πιστωτικών και χρεωστικών κονδυλίων, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Όταν, όμως, καταχωρισθεί η αξία πιστωτικών τίτλων ως πληρωμή, ενώ δεν πρόκειται πραγματικά για τέτοια, η εν λόγω καταχώριση κρατεί έξω από τη δέσμευση του λογαριασμού την απαίτηση από τους τίτλους, η οποία μπορεί να ασκηθεί ελεύθερα και ακολουθεί το δικαίωμα επί του εγγράφου του τίτλου (κυριότητα), το οποίο μπορεί να μεταβιβασθεί περαιτέρω με οπισθογράφηση. Για το λόγο  αυτό, αν τελικά δεν εισπραχθεί η απαίτηση από τον τίτλο, η σχετική πιστωτική εγγραφή στον λογαριασμό, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, μπορεί, με αντίθετη εγγραφή (αντιλογισμό ή αντιπέρασμα), να ακυρωθεί, να αποβληθεί δηλαδή η απαίτηση από τον λογαριασμό, πράγμα το οποίο δικαιολογείται από το ότι η αποστολή των πιστωτικών τίτλων έγινε με τον εξυπακουόμενο όρο της εισπράξεώς τους, οπότε είναι δυνατή η αυτοτελής, εκτός δηλαδή του καταλοίπου, είσπραξη των εκ των τίτλων αυτών απαιτήσεων ή να καταχωρισθούν οι απαιτήσεις από τους τίτλους από τα πιστωτικά στα χρεωστικά, εις βάρος του αποστολέα, κονδύλια του λογαριασμού, οπότε δεν είναι δυνατή η αυτοτελής, εκτός δηλαδή του καταλοίπου, είσπραξη των εξ αυτών απαιτήσεων (ΑΠ -1453/2007, ΕφΔωδ 44/2015, ΕφΔωδ 181/2015, ΕφΠειρ 401/2014, ΕφΘεσσ 1528/2003 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, Δ' έκδοση, 2019, σελ 186-187).

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο παρέχεται κατά νόμο η δυνατότητα αφενός στον δικαιούχο της (αντ)απαίτησης να αποσβέσει μονομερώς την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, αφετέρου στους δανειστές και οφειλέτες να προβούν σε συμβατικό συμψηφισμό. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Η ανταπαίτηση του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις συμψηφισμού αυτής, μπορεί να προταθεί και με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αυτής ως εκτελεστού τίτλου, καθόσον συνιστά ένσταση που αναφέρεται στην αμφισβήτηση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε αυτή, δηλαδή αποσβεστική ένσταση (ΑΠ 925/2020 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις παραπάνω, δε, διατάξεις προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις του μονομερούς συμψηφισμού είναι: α) η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, β) το ομοειδές του αντικειμένου των απαιτήσεων αυτών, γ) το έγκυρο, νομικώς τέλειο και ληξιπρόθεσμό τους και δ) το επιτρεπτό του συμψηφισμού (ΑΠ 844/2021 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμη, από τις αυτές ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 221 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να γίνεται αναφορά, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, των περιστατικών που θεμελιώνουν κατά νόμο την υποκείμενη σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμη και ομοειδή ανταπαίτηση του οφειλέτη κατά του δανειστή, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα αναπλήρωσης και κατ' ακολουθίαν θεραπείας της για τον λόγο αυτόν αοριστίας της ένστασης με αναφορά σε άλλα έγγραφα, στα οποία διαλαμβάνονται τα περιστατικά αυτά, με ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή όσων ισχύουν για το ορισμένο της αγωγής. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να διαλαμβάνεται σαφής έκθεση των δικαιοπαραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, ήτοι πρέπει να αναφέρεται: α) περιγραφή, χρόνος γέννησης και το ποσό των αμοιβαίων απαιτήσεων που προτείνονται σε συμψηφισμό, β) ότι οι απαιτήσεις είναι ομοειδείς, γ) ότι οι απαιτήσεις είναι υποστατές και έγκυρες, και δ) ότι οι αξιώσεις είναι ληξιπρόθεσμες και αγώγιμες. Διαφορετικά, ήτοι εφόσον δεν εξειδικεύονται τα παραγωγικά της ανταπαιτήσεως πραγματικά περιστατικά ή δεν καθορίζονται επακριβώς τα επιμέρους χρηματικά κονδύλια που απαρτίζουν τη ανταπαίτηση κατά του δανειστή, ώστε να καταστεί εφικτό στον δανειστή να απαντήσει σε αυτή, στο δε Δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας (ΑΠ 84/2019, ΕφΑΘ 604/2021, ΕφΑιγ 80/2019, ΕφΔυτΜακ 23/2010, ΓΙΠρΑθ 3/2021 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

732/2019 Μονομελές Εφετείο Αθηνών

Λύση ΟΕ για σπουδαίο λόγο – Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία – Διμελής εταιρία - Σπουδαίος λόγος - Αρχή διατήρησης της επιχειρήσεως – Αποκλεισμός εταίρου. H αστική εταιρία με νομική προσωπικότητα λύεται, μεταξύ άλλων, με δικαστική απόφαση κατόπιν αιτήσεως εταίρου, εφ’ όσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο προκείμενος δε λόγος λύσεως αφορά τόσο στην εταιρία αορίστου χρόνου, όσο και στην εταιρία ορισμένου χρόνου. Ως « σπουδαίος λόγος»  (ο οποίος συνιστά αόριστη νομική έννοια, κρίνεται αντικειμενικός και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο - ΑΠ 681/2010) νοείται οποιοδήποτε περιστατικό, το οποίο, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, καθιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση επαχθή την εξακολούθηση της εταιρίας για εκείνο τον εταίρο, ο οποίος ζητεί τη λύση της (ΕφΑθ 202/2007 ΕλλΔνη 48 888). Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση προς τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρίας, η οποία αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της καταστάσεως, την οποία δημιούργησε ο σπουδαίος λόγος. Υπό το καθεστώς ισχύος του Ν. 4072/2012 οι λόγοι λύσεως των προσωπικών εταιριών (ομορρύθμων, ετερορρύθμων και αστικών με νομική προσωπικότητα ) διαφέρουν από τους λόγους, οι οποίοι γίνονταν δεκτοί υπό το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατηρήσεως της εμπορικής επιχειρήσεως και το επιβεβλημένο της απομακρύνσεως από τον απολύτως προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιριών. Μάλιστα, η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρίας δεν προβλέπεται πλέον από το νόμο ως λόγος λύσεως της προσωπικής εταιρίας, ισχύει όμως ως λόγος λύσεως, εφ’ όσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της διατηρήσεως της επιχειρήσεως και δεδομένης της προβλέψεως (από τη διάταξη του άρθρου 261 του ίδιου Νόμου) του δικαιώματος εξόδου του εταίρου, το δικαίωμα δικαστικής λύσεως της εταιρίας συνιστά έσχατο μέσο (ultimum refugium) αντιμετωπίσεως της καταστάσεως, η οποία ανέκυψε με τη γένεση του σπουδαίου λόγου, και ασκείται μόνο καθ’ ην περίπτωση δεν υπάρχει άλλος τρόπος άρσεως του αδιεξόδου. Πάντως, ο σπουδαίος λόγος, όπως αυτός ορίσθηκε ανωτέρω, πρέπει να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία της εταιρίας, πρέπει δε κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρίας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα προσωπικά στοιχεία διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Περιστατικά συνιστώντα σπουδαίο λόγο είναι, υπό το πρίσμα των προαναφερομένων νέων διατάξεων, οι οποίες επικεντρώνουν στην οπτική της διατηρήσεως της εμπορικής επιχειρήσεως (φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας ) και όχι στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, η κακή πορεία , των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας και κατανοήσεως, το μίσος μεταξύ των εταίρων, η διακοπή ή η διατάραξη των μεταξύ τους προσωπικών σχέσεων, όταν αυτή παρουσιάζει σοβαρό και εξακολουθητικό χαρακτήρα και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους, οι οποίοι επάγονται είτε την παράλυση της λειτουργίας της εταιρίας είτε την αδυναμία εκπληρώσεως του σκοπού της (ΕφΑΘ 1715/2005 ΕλλΔνη 46 1726). Εν πάση περιπτώσει, το δικαίωμα του εταίρου να ζητήσει τη λύση της εταιρίας υπόκειται στους περιορισμούς της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου δύναται να προβληθεί κατά της σχετικής αιτήσεως ένσταση, εφ’ όσον συντρέχουν οι τασσόμενες από την τελευταία διάταξη προϋποθέσεις. Επομένως, το δικαίωμα του εταίρου να ζητήσει τη λύση της εταιρίας με την επίκληση συνδρομής σπουδαίου λόγου ασκείται καταχρηστικώς, όταν, μεταξύ άλλων, υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, τα οποία δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει σε περίπτωση καθ’ ην οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος, έχθρα και λόγους εκδικήσεως, ή όταν, με το πρόσχημα της συνδρομής λόγων δικαιολογούντων τη λύση της εταιρίας, επιχειρείται η απόκρυψη επιμέμπτων κινήτρων, τα οποία και αποτελούν την πραγματική αιτία επιδιώξεως της λύσεως της εταιρίας (ΑΠ 210/2017). Προς επίρρωση των ανωτέρω συνηγορούν και τα κατωτέρω αναφερόμενα στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4072/2012 : « ... Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη της ΑΚ 766, όπως αυτή πάγια ερμηνεύεται από τη νομολογία, η καταγγελία ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας ορισμένου χρόνου από ένα εταίρο επιφέρει πάντα τη λύση της εταιρίας, ακόμα δηλαδή και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Όπως είναι φανερό, τόσο οι ως άνω ρυθμίσεις του ΑΚ, όσο και οι θέσεις της νομολογίας, δεν ανταποκρίνονται στο αίτημα της διατήρησης της επιχείρησης, αφού, χωρίς να υπάρχει αποχρών οικονομικός λόγος, μπορούν να επιφέρουν τη διάλυση ακόμα και υγιών επιχειρήσεων ». Βάσει της ανωτέρω διαπιστώσεως διαμορφώνεται νέο καθεστώς λύσεως των προσωπικών εμπορικών εταιριών, ο δε εξυπηρετούμενος σκοπός αυτού προκύπτει επίσης σαφώς από την ως άνω Αιτιολογική Έκθεση, κατά την οποία «Προβλέπεται ως νέος λόγος η λύση της εταιρίας με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση του εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος (άρθρο 11 παρ. 1 στ. δ'). Η ρύθμιση αποτρέπει τη λύση της εταιρίας, χωρίς να υπάρχει πράγματι σπουδαίος λόγος, όπως δέχεται η νομολογία που προαναφέρθηκε σχετικά με την καταγγελία. Δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρίας παρέχεται ως ultimum refugium σε περιπτώσεις που ο εταίρος έχει προς τούτο ειδικό έννομο συμφέρον. Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο την εταιρία αορίστου, όσο και την ορισμένου χρόνου ... », ενώ σε άλλο σημείο της Αιτιολογικής Εκθέσεως αναφέρεται ότι « Πέραν της δυνατότητας του εταίρου να επιφέρει τη δικαστική λύση της εταιρίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 περ. 6, προβλέπεται για πρώτη φορά το δικαίωμα εξόδου του εταίρου από την εταιρία. Το δικαίωμα εξόδου αντικαθιστά έτσι - χωρίς όμως να καταργεί, καθόσον μπορεί να εισαχθεί με την εταιρική σύμβαση - το δικαίωμα καταγγελίας ... ». Δηλαδή το αναφερόμενο στην προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 259 στοιχείο του « σπουδαίου λόγου », ήτοι οιουδήποτε περιστατικού, αναγόμενου ή μη στο πρόσωπο του αιτούντος, το οποίο, κατά την αρχή της καλής πίστεως και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά, στην συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή για τον εταίρο την εξακολούθηση της εταιρίας έως τον συμφωνηθέντα χρόνο λήξεως της διάρκειας της, επιτελεί τη συμβιβαστική λειτουργία μεταξύ της ανάγκης τηρήσεως των συμφωνηθέντων, η οποία ερείδεται στη γενική αρχή « pacta sunt servanda », και της ανάγκης αποδεσμεύσεως από « επαχθείς » έννομες σχέσεις, δεδομένου ότι, καίτοι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν εκφράσει τη βούλησή τους να διαρκέσει η συνδέουσα αυτά έννομη σχέση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η έννομη τάξη αναγνωρίζει και δέχεται ότι δεν είναι δίκαιο κάποιος, του οποίου τα έννομα συμφέροντα ενδεχομένως προσβάλλονται από τη λειτουργία ενός ενοχικού δεσμού, να υποχρεούται να μετέχει σε μια έννομη σχέση, η οποία ξεκίνησε υπό διαφορετικές προϋποθέσεις και μετεξελίχθηκε δυσμενώς (αρχή της επιείκειας), η δε αρχή της επιείκειας ερείδεται, λόγω της πολυσχιδούς φύσεως του ίδιου του αντικειμένου της, στην εφαρμογή γενικών ρητρών και αορίστων νομικών εννοιών, οι οποίες χρήζουν εξειδικεύσεως αναλόγως των πραγματικών περιστατικών εκάστης συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως τα περιστατικά αυτά σκιαγραφήθηκαν ενδεικτικώς ανωτέρω (κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και έλλειψη κερδών, αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, διαρκείς διαφωνίες, έλλειψη συνεργασίας και κατανοήσεως κλπ. - ΜονΕφΘεσ 1368/2015 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΜονΕφΛαρ 289/2015 ΔΕΕ 2015 1119, ΜονΕφΑΘ 7196/2014 ΕπισκΕμπΔ 2014 600, ΜονΕφΑΘ 6003/2014 ΔΕΕ 2015 239). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 263 του ίδιου Νόμου προβλέπει ότι « Αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρίας σύμφωνα με την περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της λύσης της εταιρίας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου». Η εν λόγω διάταξη, προβλέπουσα τη δυνατότητα του αποκλεισμού εταίρου υπό την προϋπόθεση της συνδρομής σπουδαίου λόγου, κατά τα προεκτιθέμενα, αποτελεί ομοίως εκδήλωση της αρχής της διατηρήσεως της εμπορικής επιχειρήσεως και αποσκοπεί στη «διάσωση» του νομικού προσώπου της εταιρίας και εντεύθεν στην εξακολούθηση της οικονομικής ή της εμπορικής δράστηριότητάς του. Κατά μια άποψη (ΜονΕφΘεσ 28/2017 ΕπισκΕμπΔ 2017 1760, ΜονΕφΘεσ 983/2017 ΕπισκΕμπΔ 2018 86, ΜονΕφΛαρ 289/2015 ΔΕΕ 2015    1119, ΜονΕφΑΘ 7196/2014 ΕπισκΕμπΔ 2014 600), η ως άνω διάταξη δεν δύναται να τύχει εφαρμογής επί « διμελών » αστικών και εμπορικών προσωπικών εταιριών, διότι προϋπόθεση προς τούτο αποτελεί κατά νόμον η ύπαρξη τουλάχιστον τριών ( 3 ) εταίρων, αντλεί δε προς υποστήριξη της θέσεως αυτής επιχείρημα από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως, η οποία αναφέρεται σε πλείονες του ενός εταίρους (« ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων » ). Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 267 του ίδιου Νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 Ν. 4403/2016, προβλέπει ότι « Αν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνο ένας εταίρος, η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε τέσσερις μήνες δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου ». Με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης εισάγει τον καινοτόμο θεσμό της « μονοπρόσωπης » προσωπικής εμπορικής (ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης ) ή αστικής εταιρίας, περιορισμένης, όμως, χρονικής διάρκειας (τεσσάρων μηνών) και ειδικού σκοπού (διερεύνηση περιθωρίων βιωσιμότητας της εταιρίας μετά την αποχώρηση εταίρου για οποιονδήποτε λόγο). Είναι γεγονός ότι υπό το προϊσχύσαν δίκαιο η ύπαρξη προσωπικής εταιρίας με ένα μόνο εταίρο θα οδηγούσε σε άμεση λύση της ( καθ’ όσον ο εταιρικός δεσμός προϋποθέτει τη συμμετοχή δύο τουλάχιστον προσώπων ), πλην όμως υπό το καθεστώς ανεπαρκής και θεωρήθηκε σκόπιμη η παροχή μείζονος χρονικού περιθωρίου προς ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας. Ενόψει των ανωτέρω, δεν πρέπει να αποκλείεται η κατάθεση αιτήσεως αποκλεισμού εταίρου από διμελή προσωπική εμπορική ή αστική εταιρία, ιδίως, μάλιστα, εάν ο αϊτών εταίρος ισχυρίζεται με το δικόγραφο της αιτήσεως αποκλεισμού ότι έχει εξευρεθεί νέος εταίρος, ο οποίος προτίθεται να εισέλθει εμπροθέσμως στην εταιρία με τήρηση των προβλεπομένων όρων δημοσιότητας, ώστε να καταστεί εφικτή η κατά νόμον εξακολούθηση της λειτουργίας της εταιρίας. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 264 του αυτού ως άνω Νόμου προβλέπει ότι « 1. Σε περίπτωση εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου η εταιρεία του αποδίδει αυτούσια τα αντικείμενα που είχε εισφέρει κατά χρήση. 2. Εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, ο εξερχόμενος ή ο αποκλειόμενος εταίρος, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 261, έχει αξίωση κατά της εταιρίας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του. Σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς την αξία συμμετοχής, η αξία που καταβάλλεται ορίζεται από το δικαστήριο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 259 με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. 3. Αν η εταιρική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψη των χρεών της εταιρείας, ο εξερχόμενος ή αποκλειόμενος εταίρος υποχρεούται να τα καλύψει κατά το λόγο της συμμετοχής του στις ζημίες ». Κατά την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 4072/2012 « Η διάταξη καλύπτει ένα σημαντικό κενό του Αστικού Κώδικα, ο οποίος δεν προβλέπει, όπως ο γερμανικός αστικός κώδικας, ποια δικαιώματα έχει ο εξερχόμενος και ο αποκλειόμενος εταίρος κατά της εταιρίας. Στην προτεινόμενη διάταξη, που ομοιάζει με τη ρύθμιση του άρθρ. 33 ν. 3190/1955, προβλέπεται αφενός ότι ο εξερχόμενος ή αποκλειόμενος εταίρος έχει αξίωση κατά της εταιρίας για καταβολή της πλήρους αξίας της μερίδας του, εφόσον η εταιρική σύμβαση δεν προβλέπει διαφορετικά, αφετέρου ότι σε περίπτωση διαφωνίας ως προς τον προσδιορισμό της αξίας της μερίδας αποφαίνεται το δικαστήριο. Προβλέπεται, επίσης, υποχρέωση του αποχωρούντος εταίρου για την κάλυψη των ζημιών που του αναλογούν ». Ενόιμει των ανωτέρω, υποχρέωση προς απόδοση της αξίας της εταιρικής μερίδας αποχωρούντος ή αποκλεισμένου εταίρου έχει μόνο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και όχι οι παραμένοντες εταίροι ατομικώς, ως εκ τούτου δε η σχετική αξίωση ασκείται αποκλειστικός από τον εξερχόμενο ή αποκλεισμένο εταίρο κατά της εταιρίας, η οποία νομιμοποιείται παθητικός στη σχετική δίκη ( ίδ. σχετ. ΜονΕφΘεσ 570/2017 ΕλλΔνη 58 846 ).
 

624/2019 Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Ως προϊστάμενος νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος θεωρείται εκείνος που παρέχει έργο επιτελικού χαρακτήρα, με συνέπεια η επιλογή του να προϋποθέτει εντονότερη σχέση εμπιστοσύνης. Γι'αυτό και προς εξασφάλιση της σχέσης αυτής, με απόκλιση από τη διαφάνεια που απαιτεί ο κανόνας (διαδικασία πρόσληψης μετά από δημόσια πρόκήρυξη και αξιολόγηση) επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η επιλογή να γίνει με τρόπο, στον οποίο επικρατεί το προσωπικό στοιχείο. Στην περίπτωση που για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, δηλαδή μονιμότητα στην υπηρεσία, και ανεξάρτητα από το εάν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται στον κανονισμό αυτόν, η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα καθίσταται αιτιώδης. Για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε μεταξύ εντολέα και εντολοδόχου για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες πρέπει να αναφέρονται: α) η συμφωνία περί εντολής και το αντικείμενο αυτής, δηλαδή η συμφωνία διεξαγωγής υπόθεσης του εντολέα με καθορισμό (έστω γενικό) του πλαισίου της εντολής, β) το ύψος της αμοιβής (νόμιμης ή συμφωνημένης), γ) η εκτέλεση της εντολής με την ενέργεια των αναγκαίων για την διεκπεραίωση των ανατεθεισών υποθέσεων δικαστικών και εξωδίκων πράξεων και δ) η τήρηση του τύπου που επιβάλλεται και ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εάν ο εντολέας είναι ΝΠΔΔ

600/2019 Ειρηνοδικείο Αθηνών

 

Εργατικές διαφορές. Έγγραφη αναγνώριση χρέους - ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.  Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή αναγνώριση γίνει εγγράφως. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για λόγους πρόνοιας και σαφέστερης διατύπωσης μιας τόσο δραστικής ενοχής, επιβάλλει ο νόμος την τήρηση εγγράφου (ΑΚ 160 επ.), έστω και ιδιωτικού. Ο τύπος είναι συστατικός και απαιτείται να τηρηθεί μόνο για την πρόταση (υπόσχεση ή δήλωση του οφειλέτη για αναγνώριση του χρέους). Η παράλειψη τηρήσεως του τύπου καθιστά την αφηρημένη ενοχή άκυρη. Η αποδοχή του δανειστή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δε και συμπερασματικά, όπως από την ανεπιφύλακτη παραλαβή του εγγράφου, ή να συντελείται με την έγερση της αγωγής. Το έγγραφο όμως, εκτός από την υπογραφή του οφειλέτη, πρέπει να περιέχει και τα περιστατικά που είναι παραγωγικά της αφηρημένης ενοχής. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ' αυτήν αυτοτελής ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί από την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, σε περίπτωση αμφιβολίας, λογίζεται ότι έγινε με σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Κατά κανόνα όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Αυτή η σύμβαση διαφέρει από την ως άνω σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ), ιδρύει νέα, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αιτία, βάση υποχρέωσης, με συνέπεια εκείνος που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μην μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις τις οποίες είχε από την κύρια αιτία. Η εν λόγω αιτιώδης αναγνώριση χρέους, κατ' αντίθεση προς την αφηρημένη αναγνώριση χρέους, δεν υπόκειται σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης. Αγωγή που στηρίζεται στην αιτιώδη αναγνώριση χρέους δεν χρειάζεται να προσδιορίζει το γενεσιουργό λόγο της βασικής σχέσης (ΑΠ 11/2005 ΕλλΔνη 2005. 837, ΑΠ 1432/2005 ΕλλΔνη 2006.191. ΑΠ 779/2004 ΕΕμπΔ 2005.705, ΑΠ 1666/2003 ΕλλΔνη 2005.1716, ΕφΑΘ 1487/2007 ΕλλΔνη 2008.299).

 

Εξάλλου, όταν, μετά τη σύναψη αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, βάσει αυτής, με τις εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως τους που να συνέπεσαν, τη δημιουργία (σύσταση) νέας ενοχής, ανεξαρτήτως δηλαδή της οποιαδήποτε αιτίας της, κατά την προαναφερόμενη έννοια, ασκεί αγωγή ο δανειστής, του νέου πλέον αυτού χρέους, κατά του οφειλέτη του, για το ορισμένο και παραδεκτό αυτής, σύμφωνα και με τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 216 και 118 του ΚΠολΔ αρκεί να αναφέρονται (έστω και συνοπτικά) τα εξής: α) τα πραγματικά περιστατικά της αναγνωριζόμενης (ή υποσχόμενης), νέας πλέον ενοχής, που είναι μάλιστα αναγκαία για την άρση της κάθε αμφιβολίας για την κατάδειξη (και ανάδειξη) ακριβώς, της τελικώς δηλωθείσας ενοχής, β) η τήρηση του έγγραφου τύπου, για τη σύσταση αυτής (της ενοχής), γ) η ίδρυση (σύσταση) βάσει αυτού του τύπου, νέας ενοχής και δη απαλλαγμένης (αποσυνδεόμενης) από την αιτία που δημιούργησε το νέο χρέος και, δ) το ακριβές ύψος αυτού (του νέου χρέους) - (ΑΠ 523/2001 ΕλλΔνη 42.1641, ΑΠ 1253/1987 ΝοΒ 1988.1445, ΕφΑΘ 5140/1998 ΕλλΔνη 1998.1347). Έτσι, στη σύμβαση αυτή, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η αναγνώριση είναι αιτιώδης, ο δανειστής οφείλει να εκθέσει και να αποδείξει, εκτός από την σύναψη της αναγνωριστικής συμβάσεως, την έννομη σχέση που αναγνωρίσθηκε και τον επιβεβαιωτικό σκοπό που επεδίωκαν τα μέρη (ΕφΑΘ 5140/1998 ΕλλΔνη 39.1346, ΕφΑΘ 6913/1995 ΕλλΔνη 38.935, ΕφΑΘ 12637/87 ΝοΒ 37.98). Τέλος, αν σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής. Το προσδιορισμένο με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους ύψος της οφειλής είναι το εφεξής μόνο οφειλόμενο, έστω και αν το αρχικό ήταν μεγαλύτερο ή μικρότερο (ΕφΑΘ 8410/1999 ΕλλΔνη 41.1435, με τις εκεί παραπομπές). Εναγόμενος ο οφειλέτης δεν μπορεί μεν να προτείνει ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί, όμως, να προσβάλει αυτή καθεαυτήν τη σύμβαση αναγνώρισης, λόγω ελαττωμάτων της, ως άκυρη κ.λπ. (ΑΠ 843/2000 ΕλλΔνη 42.160, ΑΠ 595/1999 ΕλλΔνη 41.34, ΕφΑΘ 7603/2002 ΕΕμπΔ 2002.810, ΕφΑΘ 5140/1998 ΕλλΔνη 39.1347, ΕφΑΘ 6913/1995 ΕλλΔνη 38.935).

 

Η εναγομένη με τις κατατεθείσες προτάσεις της και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο, υπέβαλε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος αξιώνοντας το πιο πάνω ποσό, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος του, καθόσον έχει ήδη λάβει την πρώτη δόση του οφειλομένου ποσού και, παρότι του ζήτησε να της δώσει χρόνο για την αποπληρωμή των υπολοίπων δόσεων, γεγονός που δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να αξιώσει την τήρηση της ήδη υφισταμένης συμφωνίας τους εγείροντας της κρινομένη αγωγή, εκείνος προχώρησε στην άσκηση της υπό δίκη αγωγής,. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον η απλή αδράνεια περί την άσκηση του δικαιώματος, ακόμα και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθήσασα άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει για τον οφειλέτη τόσο δυσβάστακτες συνέπειες, ώστε προς αποτροπή τους να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007.211, ΑΠ 1141/2006 ΝοΒ 2007. 1317). Στην προκειμένη περίπτωση όμως η εναγομένη δεν επικαλείται τέτοιες επαχθείς συνέπειες, οι οποίες θα προκληθούν σε βάρος της σε περίπτωση δικαστικής ικανοποίησης του ενάγοντος και κατ' επέκταση θα καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του τελευταίου.

5706/2018 Εφετείο Αθηνών

Αποτελεί διοικητική σύμβαση, διαφορά εκ της οποίας υπάγεται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε δυνάμει διακηρύξεως ΝΠΔΔ, στην οποία σαφώς ορίζεται ότι τόσο αυτή, όσο και η σύμβαση διέπεται από κανονιστικό καθεστώς που εξασφαλίζει στο συμβαλλόμενο ΝΠΔΔ υπερέχουσα θέση έναντι του αναδόχου και ειδικότερα περιέχονται σε αυτή όροι, όπως το δικαίωμα μονομερούς παράτασης της διάρκειας, το δικαίωμα επίβλεψης της ακριβούς και ποιοτικής τήρησης των όρων της σύμβασης με ειδική επιτροπή, το δικαίωμα κήρυξης του αναδόχου έκπτωτου χωρίς καταβολή αποζημίωσης αν δεν εκπληρώνει ή εκπληρώνει πλημμελώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή παραβιάζει ουσιώδη όρο της σύμβασης, το δικαίωμα κήρυξης του αναδόχου έκπτωτου αν η πλημμελής παροχή υπηρεσιών καθιστά δυσχερή την ολοκλήρωση του έργου, το δικαίωμα μονομερούς διακοπής της σύμβασης, χωρίς καμία υποχρέωση έναντι του ανδόχου, εφόσον οι ανάγκες σε προσωπικό καλυφθούν με προσλήψεις ή εφόσον το παρεχόμενο έργο κριθεί ότι δεν είναι το ενδεδειγμένο, το δικαίωμα ελέγχου της τήρησης της ασφαλιστικής και λοιπής νομοθεσίας και καταγγελίας των παραβάσεων του αναδόχου, το δικαίωμα επιβολής προστίμου σε περίπτωση δυσφοράς ή άρνησης συνεργασίας του αναδόχου στον έλεγχο, το δικαίωμα διαπίστωσης δια των οργάνων του ΝΠΔΔ της ακαταλληλότητας του απασχολουμένου προσωπικού (όχι μόνο σε σχέση με τις ικανότητες και τη δεξιοτεχνία του, αλλά και με την όλη στάση, συμπεριφορά, παρουσία, τιμιότητα, ευγένεια και άλλα παρόμοια δεδομένα) και υπόδειξης προς τον ανάδοχο της αντικατάστασής του (με αντίστοιχη υποχρέωση του αναδόχου να προβαίνει στην αντικατάσταση)

2678/2018 Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Σύμβουλοι επιχειρήσεων. Για να χαρακτηρισθεί μια δικαιοπραξια ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρια στοιχεία: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της, γνωστής σε αυτόν, ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Αοριστία της αγωγής. Σύμβαση έργου-διαφορά από σύμβαση μεσιτείας. Το έργο εκτελέσθηκε πλήρως και με επιτυχία. Συμφωνία για μεταβίβαση μετοχών αντί αμοιβής. Εφόσον οι μετοχές έχουν μεταβιβασθεί σε τρίτον οφείλεται αποζημίωση ίση με την αξία των μετοχών.

1888/2018 Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Αναγνώριση λύσεως εταιρείας. Μόνη παθητικώς νομιμοποιούμενη η εταιρεία. Η έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο δεν επιφέρει αποτέλεσμα αν δεν απευθυνθεί σε όλους τους εταίρους. Ατυπη συμφωνία των εταίρων για απεύθυνση τυχόν καταγγελίας μόνο στον διαχειριστή δεν αρκεί για να δικαιολογήσει διεύρυνση της εκπροσωπευτικής εξουσίας αυτού. Αναγνώριση λύσης της εταιρείας λόγω παρελεύσεως του ορισμένου χρόνου διάρκειάς της.  Η ιδιότητα του εταίρου συνιστά απλό νομικό χαρακτηρισμό πραγματικών γεγονότων, μεμονωμένο και προδικαστικό στοιχείο εννόμου σχέσεως, που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, εάν δεν συνάπτεται με την αναγνώριση ορισμένων από το δίκαιο έννομων συνεπειών, όπως η ανυπαρξία απαιτήσεων μεταξύ των εταίρων.

7/2018 Ειρηνοδικείο Θήρας

Ι. Κατά τα άρθρα 44 του Ν. 3190/1955 περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης λύνεται α) σε κάθε περίπτωση που προβλέπεται από τον νόμο , ή το καταστατικό της, β) με απόφαση της συνέλευσης  των εταίρων, λαμβανομένης εφ’ όσον στο καταστατικό δεν ορίζεται άλλως από τα τρία τέταρτα του όλου αριθμού των εταίρων που εκπροσωπούν τα τρία τέταρτα του όλου εταιρικού κεφαλαίου, γ) με δικαστική απόφαση ένεκα σπουδαίου λόγου, κατόπιν αίτησης των εταίρων , εκπροσωπούντων τουλάχιστον το εν δέκατον του εταιρικού κεφαλαίου, δ) με την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης.

Κατά το άρθρο 48α του Ν. 2190/1920 περί ανώνυμων εταιριών, η εταιρία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση μετά από αγωγή μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, εάν υφίσταται προς τούτο σπουδαίος λόγος  που κατά τρόπο προφανή και μόνιμο , καθιστά τη συνέχιση της εταιρίας αδύνατη, 2. Σπουδαίος λόγος κατά την προηγούμενη παράγραφο υφίσταται, ιδίως, εάν λόγω ίσων συμμετοχών στην εταιρία, η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρία δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Σύμφωνα με το άρ. 259 του ν. 4072/2012: 1. Η ομόρρυθμη εταιρία λύνεται: α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Στην εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης της εταιρίας.

Σύμφωνα με το αρ. 281 του ν. 4072/2012: 1. Σε περίπτωση εξόδου, αποκλεισμού ή θανάτου του μοναδικού ομόρρυθμου εταίρου , η ετερόρρυθμη εταιρία λύνεται, εκτός αν με τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, που πρέπει να καταχωρισθεί μέσα σε τέσσερις (4) μήνες στο Γ.Ε.Μ.Η. ένας από τους ετερόρρυθμους εταίρους καταστεί ομόρρυθμος εταίρος ή αν εισέλθει στην εταιρία νέος εταίρος ως ομόρρυθμος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 259.

Ο εταιρικός τύπος της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με τις διατάξεις των άρθρων 43-120 του Ν. 4072/2012. Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του νέου εταιρικού σχήματος είναι η ευρεία ελευθερία μορφοποίησης του καταστατικού. Πολλά από τα στοιχεία που αφορούν την εταιρία, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο καταστατικής πρόβλεψης και να προσδώσουν σε αυτήν έντονα προσωποπαγή στοιχεία ενώ ταυτόχρονα κατοχυρώνεται η έλλειψη προσωπικής ευθύνης των εταίρων του κεφαλαιουχικού χαρακτήρα της. Σύμφωνα με το άρθρο 103 του Ν.4072/2012 «1. Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία λύεται (α) οποτεδήποτε με απόφαση των εταίρων , (β) όταν παρέλθει ο ορισμένος χρόνος διάρκειας, εκτός αν ο χρόνος αυτός παραταθεί πριν λήξει με απόφαση των εταίρων, (γ) αν κηρυχθεί η εταιρία σε πτώχευση  και (δ) σε άλλες περιπτώσεις που προβλέπει ο παρών νόμος ή το καταστατικό.

Εκ των ανωτέρω λεχθέντων σαφώς συνάγεται ότι σε όλα τα εταιρικά σχήματα (Ο.Ε., Ε.Ε., Ε.Π.Ε., Α.Ε.) πλην της Ι.Κ.Ε. ο νομοθέτης προέβλεψε ρητά ως λόγο λύσης της εταιρίας την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Συνεπώς όσον αφορά την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, η ύπαρξη σπουδαίου λόγου μπορεί να αποτελέσει λόγο λύσης αυτής μόνο αν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη στην εταιρική σύμβαση.  Τέλος η διάταξη του άρθρου 766 ΑΚ περί καταγγελίας αστικής εταιρίας ορισμένου χρόνου λόγω ύπαρξης σπουδαίου λόγου εφαρμόζεται ευθέως στην αστική εταιρία με νομική προσωπικότητα (άρθρο 784 ΑΚ) και με αναλογία κανόνα δικαίου στις προσωπικές εμπορικές εταιρίες , όχι όμως στις Α.Ε., Ε.Π.Ε., Ι.Κ.Ε. (βλ . σχετ. ΠΠρΑθ 1862 ΝΟΜΟΣ , Σύντομη Ερμηνεία ΑΚ Απ. Γεωργιάδης άρθρο 766,767).

ΙΙ. Η έννοια του διαδίκου όπως αυτή καθορίζεται στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν προσαρμόζεται στη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 741-781 ΚΠολΔ διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στην διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για το ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου με τους εξής τρόπους: α) Με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 747 ΚΠολΔ) , β) με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμόδιου δικαστηρίου (άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ), γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης  (άρθρο 752 ΚΠολΔ) , δ) με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ/ ΑΠ 2130/2014, ΤρΕφΑθ 2727/2016, ΕφΛαρ 252/2012 «ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ» 2012.585, ΕφΑιγ 273/2011 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», βλ. ΕφΑθ 1184/2009 ΕλλΔ/νη 2009.1456 , ΕφΔωδ 236/2009, ΕφΔωδ 177/2007, ΕδΔωδ 306/2005 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΑΘ 8164/2004 ΔΕΕ 2005.304, βλ. ΕφΑθ 7602/2004 ΔΕΕ 2005.178) ή τέλος ε) με την άσκηση τριτανακοπής (άρθρο 773 και 583 επ. ΚΠολΔ), οπότε και τριτανακόπτων καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη (ΤρΕφΑΘ 1743/2017 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ» / εισ. Κ. Εμμανουηλίδου , Π. Αρβανιτάκη σε Κεραμέα/ Κονδύλη/ Νίκα «Ερμηνεία ΚΠολΔ» τόμος ΙΙ (2000) υπό «Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 739-866» αρ.12 σελ 1459/1460 , όπου γίνεται λόγος και για τον εισαγγελέα ως διάδικο στην εκουσία διαδικασία, είτε κλητεύθηκε είτε όχι / άρθρο 750 ΚΠολΔ). Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία ο καθ’ου η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του , αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του Δικαστηρίου, δεν προσκλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση (ΜονΕφΠειρ 284/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση , παραστεί στη δίκη (ΑΠ 41/2003 ΕλλΔ/νη 2003.434, ΕφΘεσ 1458/2011 ΕΕμπΔ 2012.123, ΕφΑΘ 1457/2010 ΕφΑΔ 2011.465, ΕφΑΘ 813/2010 ΕφΑΔ 2011.64, ΕφΠειρ 758/2010 ΠειρΝομ 2010.423, ΕφΑΘ 4941/2009 ΕλλΔ/νη 2013.159, ΕφΔωδ 61/2006, ΕφΔωδ 146/2005 ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 79 και 80 ΚΠολΔ, από τις οποίες προσδιορίζεται η έννοια της κύριας και πρόσθετης παρέμβασης , ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς το σύνολο των διατάξεων περί της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι κύρια είναι η παρέμβαση όταν ο παρεμβαίνων τρίτος αντιδικεί με τον αιτούντα , είτε ζητώντας μόνο την απόρριψη της αρχικής αίτησης , δίχως υποβολή νέου αυτοτελούς αιτήματος , είτε ζητώντας , εκτός από την απόρριψή της και την παραδοχή νέου αυτοτελούς αιτήματος, ενώ πρόσθετη είναι η παρέμβαση εάν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση εκείνου που κίνησε τη διαδικασία (ΑΠ 1076/2002 ΕλλΔ 2002. 1693, ΕφΠειρ 116/2005 Αρμ 2005.595). Η κύρια παρέμβαση ασκείται με δικόγραφο και εφαρμόζονται τα άρθρα 747, 748 και 751 του ΚΠολΔ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 752 παρ. 1 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 1076/2002 ΕλλΔ/νη 2002.1695). Πάντως, με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης δεν μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της διαδικασίας ως εκουσίας (ΜονΠρΑΘ 3235/ 2007 ΝοΒ 2007. 1358). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 753 ΚΠολΔ κάθε διάδικος μπορεί να προσεπικαλέσει τρίτο που έχει έννομο συμφέρον να προσέλθει στη δίκη . Το ίδιο μπορεί να πράξει και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Η προσεπίκληση του άρθρου αυτού,  και με τις δύο ως άνω εκδοχές της, ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο είναι εκκρεμής η κύρια δίκη, στην οποία προσεπικαλείται ο τρίτος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 747, 748 και 751 ΚΠολΔ και με επίδοση του αντιγράφου στον προσεπικαλούμενο. Με την συντέλεση της άσκησης της προσεπίκλησης (κατάθεση και επίδοση) ο προσεπικαλούμενος αποκτά αυτοδικαίως  την ιδιότητα του διαδίκου, ανεξάρτητα από το αν προσέλθει στη δίκη, νομιμοποιούμενος πλέον να ασκήσει μόνο ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως και όχι τριτανακοπή (ΕφΑΘ 3834/2011 ΕλλΔ/νη 2011.1066, ΜονΠρΑΘ 229/2015 οπ.π., Β. Βαθρακοκοίλη «Κώδικας πολιτικής δικονομίας/ ερμηνευτική – νομολογιακή  ανάλυση (κατ’ άρθρο)» τόμος Δ (1996) υπό το άρθρο 753 αρ. 4 σελ. 436).

 2105/2018 Ειρηνοδικείο Αθηνών

 Με τις διατάξεις των άρθρων 43-120 Ν. 4072/2012 εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία. Κατά το άρθρο 48 παρ. α’ του ως άνω νόμου ορίζεται ότι για τις υποθέσεις, που κατά τις διατάξεις του ΄Β μέρους του παρόντος νόμου, υπάγονται σε δικαστήριο, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το Ειρηνοδικείο της έδρας της εταιρίας, που κρίνει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο (ΕιρΧν 395/2015, ΕιρΣαλ 50/2014 ΝΟΜΟΣ)

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 740 παρ. 2 ΚΠολΔ στις υποθέσεις του άρθρου 739 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται παρέκταση αρμοδιότητας, σε αυτό δε (άρθρο) περιλαμβάνεται καλά ρητή αναφορά και κάθε υπόθεση, που με ειδική διάταξη νόμου έχει υπαχθεί στη διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως συμβαίνει με την ως άνω διάταξη  του άρθρου 48 παρ.1 ν. 4072/2012 (ΜΠρΠειρ 2233/2013 ΝΟΜΟΣ).

Παρέκταση της κατά τόπον αρμοδιότητας δε χωρεί  στην παρούσα υπόθεση κατ’ άρθρο 740 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ρήτρα δε, που επικαλείται ο αιτών, ότι περιλαμβάνεται στο άρθρο 33 του καταστατικού της εταιρίας, εκτός του ότι αναφέρεται σε διαφορές μεταξύ εταίρων και τρίτων όχι μεταξυ των εταίρων, είναι άκυρη δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται ότι στις υποθέσεις του 739 ΚΠολΔ, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υποθέσεις που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας με ειδική διάταξη νόμου, ως εν προκειμένω με το ν. 4072/2012, δε χωρεί παρέκταση.

Συνεπώς, πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 46 ΚΠολΔ, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 741 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στη διαδικασία την εκουσίας δικαιοδοσίας και κατά το οποίο (άρθρο 46) αν το Δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το Δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση , να κριθεί αναρμόδιο κατά τόπον το παρόν Δικαστήριο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, που είναι το Ειρηνοδικείο Θήρας.

5392/2014 Ειρηνοδικείο Αθηνών

Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Από τα έγγραφα που ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής δεν αποδεικνύεται η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεοδμένου ότι από το τιμολόγιο δεν προκύπτει η πώληση των εμπορευμάτων που αναφέρονται σε αυτό και η μεταφορά τους, ούτε και η εκτέλεση των εργασιών που μνημονεύονται σε αυτό και η συμφωνηθείσα αμοιβη των πωληθέντων, καθόσον δεν φέρει υπογραφή του ανακόπτοντα. Η δε υπογραφή που φέρει το δελτίο αποστολής, στο οποίο αναφέρεται μόνο η παραδοθεισα ποσότητα του υλικού, ανήκει όχι στον ανακόπτοντα, αλλά στη σύζυγό του, χωρίς να επικαλείται και να προσκομίζει ο καθ'ού η ανακοπή έγγραφη εντολή ή εξουσιοδότηση αυτής για την παραλαβή.

8251/2005 Εφετείο Αθηνών

Συμφωνία για την παραγωγή και προώθηση καλλιτεχνικών αντικειμένων σε περιορισμένα πολλαπλά αντίτυπα με τη μορφή κοσμημάτων, μικρογλυπτών κλπ. Ευθύνες των μερών. Καταγγελία για σπουδαίο λόγο. Δεν αντέχει στο βάσανο της λογικής οι διάδικοι να συνυπογράφουν ιδιωτικό συμφωνητικό και το ένα μέρος να υποβάλλεται σε δαπάνες για την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς να έχει επέλθει συμφωνία σε ουσιώδη μέρη της σύμβασης, όπως το ζήτημα του τιμήματος. Αποζημίωση θετικού διαφέροντος

5057/2003 Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Εκουσία Δικαιοδοσία)

Ανάκληση διορισμού συνδιαχειριστή ΕΠΕ. Δυνατότητα ανάκλησης με απόφαση του Δικαστηρίου και σε ΕΠΕ με δυο εταίρους και μερίδια 50% έκαστος, σε περίπτωση διαφωνίας του έτερου εταίρου. Παραβίαση απαγόρευσης πράξεων ανταγωνισμού. Σπουδαίος λόγος -αντισυμβατική συμπεριφορά

396/1997 Ειρηνοδικείο Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)

Σύμβαση αντιπροσώπου μοντέλου. Εαν η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, η παράταση της χρήσης διαφημιστικής ταινίας πρέπει να υπογραφεί από τον αντιπρόσωπο και όχι από το μοντέλο. Ο αντιπρόσωπος εξακολουθεί να έχει απαίτηση και κατά του μοντέλου και κατά της διαφημιστικής εταιρείας

Σε μια εποχή που τα δικαιώματα πλήττονται ρόλος μας η υπεράσπιση τους